Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι όταν έρχεται η χρυσή αυγή.

Standard
968863_10151717154944579_1935090297_n

Απ’ τον λογαριασμό του @domianos στο facebook.

Κάπως εγγενώς πλέον, ξέρεις ότι κάθε μέρα, διατρέχοντας τις πρωινές ειδήσεις, η καρδιά σου θα βουλιάξει πάλι από κάποια αγαθοεργία των χρυσαυγιτών που έγινε νύχτα, και με τον συνήθη γκανγκστερικό και ύπουλο τρόπο τους. Μερικοί από μας, τα ξημερώματα της 18ης Σεπτεμβρίου δεν κοιμόμασταν γιατί παρακολουθούσαμε την διαρκή ροή πληροφόρησης σχετικά την δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα από τον ναζί εγκληματία Γιώργο Ρουπακιά.
Επειδή κάποιες φορές δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, επειδή την ντροπή που δεν έχουν οι χρυσαυγίτες, την κουβαλάμε εμείς. Το αίμα δεν έχει τιμή για την χρυσή αυγή. Ιδίως αν ανήκει σε μετανάστη ή αντιφρονούντα.

Και κάπου εδώ είναι, θεωρώ, καιρός να σταματήσει η εκλογίκευση της εγκληματικής συνενοχής των ψηφοφόρων και των άτυπων υποστηρικτών της από εκείνους που με προκλητική ευκαμψία και διαλλακτικότητα ισχυρίζονται ότι όσοι ψήφισαν την χρυσή αυγή δεν ήξεραν τί ακριβώς έκαναν. Ακόμα και η άποψη που λέει ότι το χέρι του Γιώργου Ρουπακιά το όπλισαν οι 426.025 άνθρωποι που κατέστησαν κοινοβουλευτικό κόμμα μια εγκληματική οργάνωση, αποκρύπτει το ουσιώδες: Ο εκφασισμός δεν είναι ένα μέγεθος ποσοτικά ακριβώς μετρήσιμο, μπορεί να μετρηθεί μόνο ενδεικτικώς.

Το χέρι του Ρουπακιά οπλίστηκε απ΄τους 426.025, απ’ όλους όσοι ασπάζονται την θεωρία των 2 άκρων, όλους όσοι συνδιαλέγονται ή παντρολογούνται με τους ναζί προκειμένου να αντλήσουν απ’ την δεξαμενή των δίποδων ακολούθων τους και κυρίως απ’ όσους συνηγορούν στην άτυπη αναγόρευση της χρυσής αυγής σε ρυθμιστικό παράγοντα της εγκληματικής ζωής της ημεδαπής, παριστάνοντας ότι δεν τρέχει τίποτα. Με τούτα και με κείνα, φτάνουμε σε απροσμέτρητα νούμερα και καλύτερα να σταματήσουμε.

Προφανές είναι δε, ότι η χρυσή αυγή είναι μόνο το επιφαινόμενο της διείσδυσης του φασισμού στην κοινωνία, ο οποίος αναπαράγεται αδιάπτωτα, ενώ οι πασιφιστές επιδίδονται στο ελληνικότατο άθλημα του »πέφτω απ’ τα σύννεφα» πιστεύοντας ότι μόνο ηλικιωμένοι και φουσκωμένοι, απαίδευτοι κάγκουρες προσχωρούν στην ΧΑ, βιάζοντας την κοινή λογική που φυσιολογικά δεν μπορεί να αγνοήσει την μεγάλη απήχηση της σε μικρές και μεσαίες ηλικίες [εκτός αν θεωρήσουμε ότι ένας μέσος 25χρονος χρυσαυγίτης έχει την διαύγεια ενός 85χρονου αφασικού παππού, γενίκευση όχι και τόσο επισφαλής].

Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Ήξεραν. Κι αν δεν ήξεραν, θα έπρεπε να έχουν μάθει από καιρό, πλέον δεν είναι κανείς αθώος. Οφείλουμε να δεχτούμε ότι η κοινωνία μας αποτελείται από μία,διόλου αμελητέα σε μέγεθος, ομάδα που μαστίζεται από ανίατες κοινωνιοπάθειες, που μισεί, απαιτεί αίμα κι εξόντωση, που βρίσκεται αγκυλωμένη στην μπούρδα μιας ρητορικής ελληνικότητας ενώ δεν έχει ψωμί να φάει, που πανηγύριζε όταν το βράδυ της 18η Σεπτεμβρίου η αστυνομία κυνηγούσε τους διαδηλωτές και τους έπνιγε στα δακρυγόνα, που ζητάει »θάνατο στους άπλυτους», που αν συνεχίσουμε έτσι, θα πολλαπλασιάζεται συν τω χρόνω.

Στην αρχή, τους αποκαλέσαμε αγράμματους.
Αργότερα, τους εντάξαμε στην μπαναλιτέ του κακού προκειμένου να δώσουμε λίγο χρόνο στους εαυτούς μας να επεξεργαστούμε ένα φαινόμενο που, τηρουμένων των αναλογιών, μας ήταν ήδη γνωστό. Κι ενόσω οι θιασώτες της καθαριότητας στον αστικό χώρο μάζευαν τσίχλες κι άσπριζαν τοίχους, εκχωρήσαμε  στους φασίστες τις γειτονιές μας για να κραδαίνουν τα μαχαίρια λέγοντας »αυτή είναι η δημοκρατία σας», υποσχόμενοι να καθαρίσουν εκείνοι τον τόπο, κάπως διαφορετικά απ’ τα ορφανά της αστικής ανασύνταξης.
Στο μεταξύ, βέβαια, η συλλογική μας ντροπή είχε ήδη παράξει νεκρούς, ο αναχωρητισμός μας απ’ την ατομική μας ευθύνη νομιμοποίησε τους δολοφόνους κι η κανονικοποίηση που επιβάλλουμε στην παράνοια για να μην τρελαθούμε, μας δίνουν την εντύπωση ότι αύριο δεν θα είναι κάποιος δικός μας στην θέση του Παύλου Φύσσα.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στο διακύβευμα. Οι κοινωνίες έχουν χώρους όπου φυλάσσουν τα ενθυμήματα της συλλογικής τους μνήμης. Οι πιο σημαντικοί φυσικοί χώροι που διαθέτουν, είναι οι πλατείες που έδωσαν ραντεβού για να συναντηθούν, οι δρόμοι όπου οι άνθρωποι, ενωμένοι, βάδισαν τις λίγες, είναι η αλήθεια, φορές προς την νίκη, τα κατώφλια που διάβηκαν προσπαθώντας να ξεπεράσουν τους διακαιολογημένους φόβους τους, τα Πανεπιστήμια που έβγαλαν αγωνιστές σμιλεύοντας ένα συλλογικό ασυνείδητο μιας αληθινά κοινωνικής ζωής κι εν τέλει οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία.
Ο πιο θεσμικός και κατά την γνώμη μου ο πιο επικίνδυνος και αποτυχημένος, ιδεατός χώρος είναι το νομικό πλαίσιο που υποτίθεται ότι τις προστατεύει από ολέθριες επαναλήψεις [πρόκεται για τον ίδιο ιδεατό χώρο που ανέκαθεν χρησιμοποιήτο για να αγκυλώνει τις κοινωνίες].

Με την δολοφονία του Παύλου Φύσσα αναμοχλεύθηκε κι ο δημόσιος διάλογος σχετικά με το αν πρέπει να τεθεί η χρυσή αυγή εκτός νόμου ενώ παρασχέθηκαν διαβεβαιώσεις απ’ την πλευρά του Δένδια ότι η ελληνική δημοκρατία θα αμυνθεί με νομικά πλαίσια. Οι απόψεις που διάκεινται θετικά προς αυτό το ενδεχόμενο, επιστρέφουν με εμπλουτισμένη πλην όμως ύποπτη επιχειρηματολογία, ύποπτη ακόμα και για τον κλασικό φιλελευθερισμό.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, η χρυσή αυγή λειτουργεί εντός νόμου, αφού βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία τόσο με την ελληνική αστυνομία όσο και με διακεκριμένα μέλη του πολιτικού προσωπικού της χώρας, τα οποία χαριεντίζονται επιδεικτικά με τους χρυσαυγίτες και περιφέρουν με υπεροψία αντί για το »να ξεβρωμίσει ο τόπος» το »πρώτα η ανάπτυξη».
Παρ΄όλα αυτά, ανατέμνοντας το θέμα απ΄την πλευρά της απαγόρευσης και με την βεβαιότητα ότι ο εθνικός νομοθέτης, Βενιζέλος, θα προνοήσει για τα δεόντα παραθυράκια ως επαΐων της νομικής στρεψοδικίας, τίθενται τα εξής ζητήματα:

  • Η δια νόμου απαγόρευση της θεωρητικής φαντασίας επιφέρει πολιτική παραφροσύνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ενδεχόμενη απαγόρευση της χρυσής αυγής θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της και η παραγωγή »κοινωνικής υπεραξίας» σε πράξεις συνέργειας με την αστυνομία θα φαντάζει ήπια μεθόδευση. Οι αστικές δημοκρατίες πρέπει να προετοιμαστούν για την υποτροπή των ομάδων που οι ίδιες συντηρούν και από τις οποίες δεν γίνεται να αφαιρέσουν κεκτημένα χωρίς κανένα τίμημα.
  • Η απαγόρευση θα οδηγήσει σε οπισθοχώρηση προς την μυθολογία, η οποία σημειωτέον υφαίνεται απ’ την αρχή της διεύρυνσης της απήχησης της χρυσής αυγής. Οι χρυσαυγίτες θα αδράξουν την ευκαιρία για άλλη μια φορά και αυτοαναγορευθούν σε »διωκόμενους από την δημοκρατία αντισυστημικούς επαναστάτες», κομίζοντας αίγλη και μυστήριο σε μία οργάνωση που κανονικά θα έπρεπε να είχε τσακιστεί παντοιοτρόπως. Παράλληλα θα αποτελέσει τέλειο πόλο έλξης για κάθε ασυνάρτητο, αγανακτισμένο ελληνόψυχο που φέρει πιο πολλά συμπλέγματα κι απ’ την Σώτη Τριανταφύλλου και ψάχνεται διαρκώς για φασαρίες και τραμπουκισμούς και μέχρι τώρα άγετο και φέρετο μεταξύ δικομματισμού και ανελέητων κοινοβουλευτικών ψεκασμών.
  • Η θέσπιση πλαισίου που ποινικοποιεί πολιτικές οργανώσεις, σε μία απ’ τις αγαπημένες διασταλτικές ερμηνείες των νομικών, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως το ιδανικό έρεισμα για την στοχοποίηση πολιτικών ομάδων που ενοχλούν τον Μάκη Βορίδη, τον Σίμο Κεδίκογλου, τον Νίκο Δένδια και τους ομόσταβλούς τους και το χειρότερο, τα ορφανά της νομιμότητας θα συναινούν, επιχαίροντας για την κάθαρση της κοινωνίας απ’ τα »βίαια στοιχεία», οδηγώντας σε απηνείς διώξεις αθώων ανθρώπων.
  • Ακόμα κι αν μια μερίδα του αντιφασιστικού χώρου υιοθετήσει την λογική της απονομιμοποίησης για επικοινωνιακούς σκοπούς, προκαλώντας δηλαδή τα κόμματα του κοινοβουλίου, που νομοθετούν, να θέσουν εκτός εκτός νόμου την ΧΑ ώστε να αποδείξουν την απροθυμία τους να την αφοπλίσουν νομικά κι ότι εξαντλούνται σε υποσχέσεις δημοκρατίας, η τακτική αυτή είναι επικίνδυνη. Ο φασισμός είναι συστημικής φύσεως φαινόμενο και δεν μπορεί να πολεμηθεί με τα εργαλεία που τον παράγουν, δηλαδή τον πολιτικό κόσμο και το νομικό πλαίσιο. Η αριστερά [δεν μιλάω για τον αναρχικό χώρο, γιατί αν παρουσίαζε κι αυτός επιχειρηματολογία με νομική υπόσταση, εντάξει, θα έπρεπε να πάμε όλοι να παραδοθούμε] θα λοιδορηθεί πανταχόθεν αν επικαλεστεί νομικές λύσεις, ενώ δεν μπορεί να κινητοποιήσει κοινωνικές, διακυβεύοντας μάλιστα την διοχέτευση ενός μηνύματος στην κοινωνία, η [επικοινωνιακή] αλληγορία του οποίου μόνο περαιτέρω σύγχυση θα προκαλέσει. Και ξέρουμε όλοι ποιος κερδίζει όταν επικρατεί σύγχυση. Συνεπώς, μία πρόκληση που κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα γίνει αντιληπτή ως τέτοια πρέπει να αποσοβηθεί και σύσσωμο το αντιφασιστικό κίνημα να αποτινάξει ευκαιριακά επικοινωνιακά τεχνάσματα που εν τέλει θα το υπονομεύσουν.

Όμως ακόμα οι κοινωνίες εμπιστεύονται πιο πολύ την νομιμότητα παρά την δύναμη που οι ίδιες κατέχουν. Και φοβούνται. Ο φασισμός τρέφεται και διογκώνεται απ’ τον τρόμο που συνοδεύει την ιδέα του. Το μείζον, επομένως, έγκειται στο να μην κυριευθούμε από φόβο, να μην περιχαρακωθούμε στην φοβικότητα που περιβάλλει μια εγκληματική ομάδα που τα περισσότερα εκτελεστικά όργανα της οποίας είναι ανείπωτα θρασύδειλοι τραμπούκοι.

Αν αποφασίζαμε ότι δεν αφήσουμε κανένα περιθώριο στον εκφασισμό που διέπει ακόμη και τα πιο μικρά σ’ αυτήν την ζωή, αν η γυναίκα που κατ’ ευφημισμό ταξινομείται στο ανθρώπινο είδος είχε αποδοκιμαστεί ανηλεώς απ’ τους περαστικούς της Αρεοπαγίτου όταν κλώτσησε το τσιγγανάκι, αν ο ελεγκτής του τρόλλεϋ είχε ξεφτιλιστεί όσο ξεφτίλισε τον νεαρό που σκοτώθηκε, αν οι φασίστες δεν έμπαιναν απ’ την κλειδαρότρυπα που τους επιτρέπει η μικρότητα της παρασιτικής τους φύσης, δεν θα είχαμε νεκρούς.

Η καντιανή θεώρηση της χρήσης του ιδιωτικού και του δημόσιου Λόγου [που στην ιδανική κατάσταση ωριμότητας της ανθρωπότητας λειτουργεί διακριτά, αφήνοντας και πάλι πολλά και δικαιολογημένα παρεξηγήσιμα σημεία] δίνει μία απ’ τις πολλές εξηγήσεις για τον λόγο που αφήνουμε όλα αυτά τα συμβάντα να εξακτινώνουν την δύναμη της χρυσής αυγής πέρα απ’ την διάμετρο του πυρήνα μιας αμοιβάδας, που κατά κάποιον τρόπο ορίζει και το διανοητικό διαμέτρημα των μελών της.

Οι άνθρωποι στην δημόσια χρήση του Λόγου, στο πλαίσιο της »έλλογης ανθρωπότητας» υποτίθεται ότι εκφράζονται ελεύθερα και υποθέτουμε ότι κάτι τέτοιο έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις καταγγελίας καθεστώτων, εγκλημάτων πολέμου κ.ο.κ.
Αντιθέτως, προβαίνουν σε ιδιωτική, πειθήνια, δηλαδή, χρήση του Λόγου όταν βρίσκονται υπόλογοι σε οποιονδήποτε μηχανισμό [στρατιωτικοί, φορολογούμενοι, κληρικοί κ.ο.κ], άρα οφείλουν να προσέχουν την συμπεριφορά και τα λεγόμενά τους εξαιτίας της δαμόκλειου σπάθης που επικρέμαται ως τιμωρία σε ενδεχόμενη εκτροπή.

Όπως εξηγεί ο Φουκώ στο »Τί είναι Διαφωτισμός», ο Καντ δεν έχει την απαίτηση να υπακούν οι άνθρωποι τυφλά στις άνωθες επιταγές, αλλά να προσαρμόζουν την συμπεριφορά τους σ΄αυτές. Όχι κι εξόχως δημοκρατική κι ελεύθερη προτροπή, θα λέγαμε.

Στην περίπτωση, όχι των υποστηρικτών της χρυσής αυγής, αλλά της σιωπηλής μερίδας του πληθυσμού που στρέφει το βλέμμα αλλού ενόσω στην Αμυγδαλέζα εξοντώνονται μετανάστες και οι χρυσαυγίτες περιπολούν στους δρόμους ξεκοιλιάζοντας κατά βούληση όποιον τους καπνίσει, η ιδιωτική χρήση του Λόγου καταδεικνύει ότι η ανοχή προς την χρυσή αυγή, και κάνοντας την αφαίρεση, σ’ αυτά που εκείνη πρεσβεύει, προκύπτει απ’ το γεγονός ότι έχει καταστεί σ’ έναν μηχανισμό υπακοής.

Συνεπώς, χρυσή αυγή δεν μπορεί έτσι απλά να απονομιμοποιηθεί με θεσμικό τρόπο γιατί στις συνειδήσεις των ανθρώπων, έχει ήδη εδραιωθεί ως καθεστώς, υπό τον φόβο του οποίου σιωπούν και »προσέχουν την συμπεριφορά» στα ΜΜΜ, στις πλατείες, στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γήπεδα.

Αυτό καθιστά πασιφανές, ότι η ήττα της χρυσής αυγής δεν είναι νομικό αλλά αμιγώς κοινωνικό ζήτημα. Επί τη βάσει αυτή, ο ελάχιστος αντιφασισμός που μπορούμε να επιδείξουμε, είναι να διαλύουμε τους φασίστες κάθε φορά που αρχίζουν να σπέρνουν τους ανέμους τους, μην επιτρέποντας δράσεις μόνο για Αίλυνες, προλαμβάνοντας την κατάληψη των γειτονιών μας απ’ το μίσος τους κι αναδεικνύοντας ταυτόχρονα εκείνα τα σημεία της αφήγησής τους που και οι ίδιοι αδυνατούν να εξηγήσουν και καταρρίπτοντας τα μυθεύματά τους. Ακόμη, η βία προσωπικά δεν με βρίσκει αντίθετη, τουναντίον, στην περίπτωση αυτών των εγκληματιών είναι τουλάχιστον αναγκαία. Το να επιχειρήσει, για παράδειγμα, να απωθήσει κανείς χωρίς βία τους χρυσαυγίτες που την έπεσαν στο Παύλο Φύσσα, ισοδυναμεί με εθελούσια κάθοδο στον τάφο.

Όπως επίσης το να προσπαθήσει κανείς να καταστήσει τον φασισμό άποψη, θέλοντας να ακούσει και την »άλλη πλευρά» , θα έπρεπε να τον κατατάσσει ως ομοειδή με τους χρυσαυγίτες. Στον αντίποδα, είναι εσφαλμένη τακτική οι αντιφασίστες να παρασύρονται υπό των φόβο της θεωρίας των 2 άκρων και να αυτολογοκρίνονται, για να μην απισχνάσουν την αντιφασιστική ρητορική. Όποιος χρειάζεται τεκμήρια για να πειστεί περί της ανορθολογικότητας και της επικινδυνότητάς της ή δηλώνει μετέωρος, έχει ήδη περάσει στην άλλη πλευρά. Συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι το να προσπαθεί κανείς πλέον να καταρρίψει την θεωρία των 2 άκρων έχει καταντήσει το ίδιο αναποτελεσματικό με την προσπάθεια να πείσει έναν χριστιανοταλιμπάν να απομαγικοποιήσει τον συμπλεγματισμό του.

Ως μία μικρή ένδειξη σεβασμού στον νεκρό Παύλο Φύσσα, στους εκατοντάδες νεκρούς μετανάστες και μη, των οποίων τα ονόματα δεν θα μάθουμε ποτέ και στους ανθρώπους που κυνηγήθηκαν και καταστάλθηκαν βιαίως απ’ την αστυνομία αυτές τις μέρες και όλες τις σκοτεινές μέρες, οφείλουμε να καταλάβουμε τον φασισμό. Κι έπειτα να τον τσακίσουμε όποτε, όπου και όπως ο καθένας μπορεί. Χωρίς πασιφισμούς, ρεσώ, συμβολικές διαμαρτυρίες, lifestyle, εκλογικεύσεις και ψυχραιμίες. Να τον τσακίσουμε.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.

*Κι όπως πάντα, κάτι μικροπράγματα για το τέλος:
»41χρονος μαχαίρωσε 34χρονο».
Αυτή ήταν η μετριοπαθής [σε σημείο που προσιδιάζει στην μπόχα που υπονόμου] διατύπωση που χρησιμοποίησε η Νάντια Αλεξίου και διάφορες σελίδες εκτόξευσης ιντερνετικού εμετού για να περιγράψουν αρχικά αυτό που ακόμα και οι ευσυγκίνητοι δημοκράτες που χλευάζουμε θα αποκαλούσαν »χρυσαυγίτης μαχαίρωσε αντιφασίστα».

Συνεπώς η διατύπωση πρέπει να μετατραπεί ως εξής:
»Ο χρυσαυγίτης Γιώργος Ρουπακιάς δολοφόνησε με δύο μαχαιριές τον αντιφασίστα Παύλο Φύσσα στο Κερατσίνι κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας, αφού πρώτα τον κυνήγησε μαζί με άλλους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής, έχοντας ως συνενόχους μέλη της ομάδας ΔΙ.ΑΣ κι ένα τμήμα της κοινωνίας».
Κι ας μην χωράει σε 140 χαρακτήρες.

Με τα μυαλά και τις οθόνες που κοιτάνε στο μέλλον

Standard

Τα βράδια του καλοκαιριού υπάρχει κάτι που κοχλάζει πάνω στα γόνατά μας. Είναι το λάπτοπ δια του οποίου εκλύεται το ξεφύσημά μας και προσπαθεί να αναμετρηθεί με την νηνεμία της ατμόσφαιρας. Και πάντα χάνει. Χάνει στα σημεία, εκείνα τα πολύ λεπτά, που διαχωρίζουν την ανακούφιση από την αγανάκτηση, εκείνα που διαχωρίζουν την ιστορία της νίκης από την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων και όλην την μεταμοντέρνα σαπίλα που θα μπορούσε εύληπτα να συγκριθεί μ’ όλα αυτήν την σκόνη και τα σκουπιδάκια που μαζεύονται κάτω απ’ το πληκτρολόγιο, την επιδερμίδα που μας συνδέει με τα ερεθίσματα μιας πραγματικά διεθνούς δημόσιας σφαίρας.

Ξεφυσάς μετρώντας αντίστροφα από μέσα σου, πάντα από μέσα σου, προσπαθώντας να ανακτήσεις κάτι. Μια ψυχραιμία, μια υπόνοια, μια αξιοπρέπεια. Για να ανακτήσεις, πρέπει να θυμηθείς τι έχασες. Δεν μετράς πλέον με την απολυτότητα των αριθμών αλλά με την σχετική ελαστικότητα των στιγμών. Την στιγμή που έπεσε το μαύρο δεν την είδα ποτέ. Βρισκόμουν σε μία τοπική ΕΡΑ, εκεί παρατηρούσα την σχεδόν  κατοχική συνθήκη όπου παππούδες και νιάτα διαγκωνίζονταν για μια θέση μπροστά από μια τηλεόραση αρχαίας τεχνολογίας που μετέδιδε, με τρομακτικά παράσιτα και σε χαμηλή ένταση, μόνο την φωνή της ΕΡΤ. Κάποτε ήταν το BBC, τώρα ήταν ο 902.

Την στιγμή  που έπεσε το μαύρο, το χρονόμετρο δεν ήταν στο 0. Ήταν στο 1. Είχε ήδη ξεκινήσει κάτι καινούριο. Φτιαγμένο από όλη την ύλη που συντήκεται μέσα μας.  Από όλα εκείνα που εξομολογούμαστε στα σόσιαλ μίντια, από όλα τα αμήχανα βλέμματα που ανταλλάσσουμε στους δρόμους, από τις σημειώσεις που κρατούμε στα περιθώρια των βιβλίων.

Την στιγμή που ο Κώστας Σακκάς υπερέβη τα τεταμένα βιολογικά όρια του εξασθενημένου του σώματος, δεν την είδα ποτέ από κοντά. Σημειολογικά όμως, την ονειρευόμουν πάντα· Δεν πίστεψα ποτέ ότι η ιστορία έπρεπε να κοιτάξει τον ουρανό για να μας δει να κατεβαίνουμε, όπως με παρότρυνε ένα σύνθημα τον Δεκέμβριο του 2008, εν μέσω της κληρονομιάς που άφηναν πολλές, επικαλυπτόμενες απώλειες, μαζί με την φυσική. Η ιστορία και η συλλογική μνήμη που την συνοδεύει, πρέπει να κοιτάξει στα υπόγεια. Στις αποθήκες. Στα αμπάρια. Στους ακαλύπτους των αστικών πολυκατοικιών. Στις απανταχού νοητές και μη φυλακές. Εκεί όπου εξυφαίνεται ένα ωραίο σχέδιο: Αυτό της αλλαγής του εαυτού σου. Κανένας ηρωισμός, καμία συγκαταβατική χειρονομία που ξεπλένει την δική μας απάθεια, ενώ οι απολογητές της νομιμότητας νίπτουν τας χείρας τους. Αμιγής θέληση για μια αμιγώς ελεύθερη ζωή, για εκείνον και για όλους τους άλλους, νηπενθής και αγόγγυστη υπεράσπιση του αυτονόητου, μέχρι το τέλος.

Από εκείνο, το ίδιο βρωμερό πληκτρολόγιο πληκτρολογήσαμε για τις μόνες ανάσες που μας έδωσε αυτός ο Ιούνης. Όταν πέφτει το μαύρο, όταν πέφτουν οι ασφάλειες, νιώθεις πάλι εκείνη την νηνεμία. Που προμηνύει τώρα, τόσο όψιμα την καταιγίδα, αν είσαι από εκείνους που θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τις μαζικές απολύσεις, αν έβλεπες ως »αδήριτη ανάγκη την συρρίκνωση του κράτους», αν η κριτική που ασκούσες ήταν κριτική επί των καταστάσεων κι όχι επί των εννοιών. Ή εκείνη την νηνεμία που προμηνύει την επόμενη ήττα, αν θεωρείς ότι βρισκόμαστε ήδη σ’ έναν προσεκτικά σχεδιασμένο πόλεμο, που αφήνει εκατομμύρια θύματα.

Καθώς εκείνες οι μεγάλες αφηγήσεις κατέρρευσαν και η υπεράσπιση των εννοιών δεν είναι τίποτε πια παρά ένα ένα αδιόρατο αντανακλαστικό που μόνο επιλεκτικά κινητοποιείται, ξεπροβάλλουν νέες αφηγήσεις, που ο ιστορικός στο μέλλον θα κληθεί να τις βάλει σε σειρά και να τις παρουσιάσει »αντικειμενικά», γιατί, ναι, σίγουρα θα υπάρχουν και τότε εκείνοι που πίσω απ’ τους ανθρώπους θα συνεχίσουν να βλέπουν αριθμούς. Υπάρχουν ιστορίες, βέβαια, όπου οι άνθρωποι δεν είναι απλώς πληθυσμοί μιας στατιστικής, είναι δυνάμει κολασμένα μεγέθη που αναζητούν ένα μικρό κενό στην στρόφιγγα για να ξεπεταχθούν. Η στατική αδιαπερατότητα που εκπροσωπούν τα ποσοστά, ονειρεύεται να γίνει απόλυτος αριθμός ελεύθερων ανθρώπων.

Με αφορμή δύο ιστορίες, του Κώστα Σακκά, ενός αληθινά αδέσμευτου αγωνιστή και εκείνη των ανθρώπων γύρω, μέσα και πέρα απ’ την ΕΡΤ, βοηθάει και η καταγραφή της ευρύτερης ιστορίας. Η ιστορία που ξέρουμε όλοι μας θα μπορούσε να διαιρεθεί σε απειροστά κομμάτια και να χωρέσει στην λακωνικότα ενός τουήτ, για να διασφαλίζεται η ες άπειρον αναπαραγωγή του, για να θυμάται κανείς κάτι μετρήσιμο, αντιληπτό και να μην ξεχνάει ότι στην σύνοψη μιας πρότασης χωράει η υπερθεμάτιση ενός ολόκληρου κόσμου.

#SuccessStory: Αυξήθηκαν κατά 43% οι Έλληνες που μετανάστευσαν τo 2012 μόνο προς την Γερμανία.

#SuccessStory: 25.000 υπάλληλοι προβλέπεται να έχουν απολυθεί απ’ το Δημόσιο μέχρι το τέλος του χρόνου. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: 58% η ανεργία στους νέους σύμφωνα με μετρήσεις του Μαρτίου. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory στο 26,8% η ανεργία σύμφωνα με την μέτρηση Μαρτίου. Σωζόμαστε λέμε.

#SuccessStory: Αυξήθηκαν κατά 26,52% οι αυτοκτονίες. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Τάγματα εφόδου δολοφονούν μετανάστες. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Αύξηση των δαπανών για εξοπλιστικά από 700 εκ. σε 1,1 δις σύμφωνα με το τελευταίο μεσοπρόθεσμο. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Οι άστεγοι υπολογίζονται πια στους 20.000, από 11.000 που ήταν το 2009. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Το 21,4% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας. Το πραγματικό ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Παραγωγός πυροβολεί 29 μετανάστες επειδή τόλμησαν να ζητήσουν τα δεδουλευμένα. Μανωλάδα. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: 1507 νέα κρούσματα του HIV στους χρήστες ενέσιμων ναρκωτικών μέσα στον χρόνο. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: Ετοιμάζονται 2.800 απολύσεις στα ΕΛΤΑ. Ελλάδα. 2013.

#SuccessStory: »Τα 490 ευρώ είναι όντως χαμηλός μισθός – αλλά μη ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους.»
[Σωστά,όχι για ανθρώπους]
-Στουρνάρας. Ελλάδα.2013

Κάποιοι λένε ότι τώρα πια δεν έχουμε ιστορίες να υπερασπιστούμε. Κατέρρευσαν, όταν τα συνθήματα του Πολυτεχνείου έγιναν καψουροτράγουδα. Ότι δεν υπάρχουν ικανά αιτήματα για να κινητοποιηθεί ο κόσμος. Εξέπεσαν, όταν ο Τσοβόλας τα έδωσε όλα. Ότι το συλλογικό ασυνείδητο δεν υπάρχει πια. Αφανίστηκε, όταν από μηχανισμός άσκησης πίεσης και ελέγχου, αν υπήρξε ποτέ τέτοιος [που δεν υπήρξε], κατέντησε μηχανισμός απώθησης και λήθης. Ότι δεν θα έχουμε ιδέες για να εμπνέσουμε τους ανθρώπους στο μέλλον. Τις εκχωρήσαμε στην πλατεία Συντάγματος.

Κι όμως, οι αφηγήσεις που εγώ θα έχω να παραδώσω, υπάρχουν. Και οι περισσότερες καταγράφηκαν σε εκείνο το φλεγόμενο λάπτοπ ή στο κινητό που είχα πάντα μαζί μου στις συνελεύσεις, στις πορείες, σε κάθε διεκδίκηση. Γιατί δεν θα έχω άλλο να πω, παρά μόνον ότι είχαμε αιτήματα στο »εδώ και τώρα μας». Ελευθερία, ισότητα, αυτοοργάνωση, αποκλειστικό δικαίωμα σ΄αυτά που παράγουμε. Να ζούμε ανθρώπινα, μαζί, όχι απέναντι.

Δεν θα μπω ποτέ στην διαδικασία να απολογηθώ για μια ουτοπία. Αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να απευθυνθώ σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν ιδέα από φαντασία. Απευθύνομαι όμως σ’ αυτούς που θέλουν και, κυρίως, που μπορούν να ακούσουν. Οι ήττες είναι απανωτές όσο δεν συνεργαζόμαστε, οι καταπατήσεις γίνονται νόμος όσο ξεχνάμε τα δικαιώματα. Οι απώλειες γίνονται συνήθεια όταν έχεις χάσει την τάση να ανακτάς. Όλα αυτά που προβάλλονται και αναπαράγονται στην οθόνη του υπολογιστή και του κινητού σου, είναι κι αυτά που χρειάζεσαι μέσα σου για να προχωρήσεις.

Χρειάζεσαι έναν ρυθμό για να ανακτήσεις. Ο δικός μου ρυθμός ήταν ο αριθμός των φορών που ειπώθηκαν οι λέξεις »αλληλεγγύη», »αυτοοργάνωση», »συλλογικότητα» μέσα στο πλήθος των ημερών.

Χρειάζεσαι μια συχνότητα για να επικοινωνείς. Η δική μου εικάζω ότι θα είναι όλα τα ελεύθερα μέσα του μέλλοντος. Και οι δρόμοι. Και τα πανεπιστήμια. Και οι χώροι εργασίας. Και η συχνότητα της δικής σου φωνής.

Χρειάζεσαι έναν λόγο για να θυμάσαι. Ο δικός μου λόγος είναι ότι κάθε φορά εκείνοι που είμαστε »εκεί», είμαστε περισσότεροι και πιο χαμογελαστοί και πιο σίγουροι.

Χρειάζεσαι μια εικόνα να θυμάσαι. Η δική μου εικόνα είναι τα δάκρυα που κύλισαν δίπλα στα χαμόγελα των ανθρώπων όταν ο Κώστας Σακκάς διακήρυξε »Πάμε μέχρι την νίκη. Μέχρι το τέλος, ρε!»

Χρειάζεσαι έναν ήχο να θυμάσαι. Ο δικός μου ήχος, είναι η φασαρία που κάνουν παιδιά ακούγοντας το κουδούνι, όταν σχολάνε το μεσημέρι απ’ το σχολείο.

Η μεγάλη είδηση των καιρών μας, είναι ότι προσπαθούμε να επανέλθουμε.
Η διαφορά απ’ την επόμενη ήττα έως την επόμενη νίκη έγκειται στην αποκατάσταση του μαύρου.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.

Υπέρ δασκάλων και λοιπών »τρομοκρατικών ομάδων».

Standard

Καλό μήνα είπαμε στις 8; Δεν είπαμε. Μήπως να πούμε; Γιατί σε περίπτωση που διαφεύγει την προσοχή μας, δείγμα του ότι σαφώς αρχίζουμε και περνάμε στην πλευρά του κλινικού κρετινισμού, η λέξη »απεργία» τείνει να αναχθεί στο πλέον απεχθές λήμμα του λεξιλογίου. Και μάλιστα, σε μια ομοηχία της γλώσσας που μας εμπαίζει προκλητικά, η απεργία είναι το »απεταξάμην» όλης της λυματωειδούς ενημέρωσης και των πολιτικών τενεκέδων.

Δαιμονοποιείται πριν καν προκηρυχθεί, στηλιτεύεται γιατί »αυτοί οι καταστηματάρχες στο κέντρο έχουν απηυδήσει» [sic], ουάου, θα φάω τις αφέλειές μου, εσχάτως όλοι κόπτονται για το συμφέρον του καταστηματάρχη, για την απρόσκοπτη κίνηση των καταναλωτών και την πρέπουσα εικόνα που οφείλει να παρουσιάζει η Αθήνα.

Δεν θα προσπαθήσω να επικαλεστώ την νομιμοφροσύνη της κυβέρνησης ή των δικαστικών μηχανισμών καθώς δεν αναγνωρίζω το νομικό πλαίσιο που χρησιμοποιούν, είναι άλλωστε ήδη πολύ γνωστό ότι η επίταξη των απεργών του μετρό και τώρα των δασκάλων ήταν καθ΄όλα παράνομη. Και κατάπτυστη. Αντιβαίνει σε δικαιώματα που αποκτήθηκαν με αίμα, το οποίο εννοείται ότι δεν περιμένω να σεβαστούν οι κυβερνώντες και οι προσκείμενοι σ’ αυτούς, αλλά τουλάχιστον, ας σεβαστούμε οι υπόλοιποι.
Εντούτοις, επειδή ξέρω ότι οι νεοφιλελέδες και υπερασπιστές του πολιτικώς ορθού θα σπεύσουν να ζητήσουν εξηγήσεις και να απαιτήσουν εφαρμογή του νόμου, σας παραπέμπω στις διατάξεις του Ν. 3536/2007 που ορίζει ότι «έκτακτη ανάγκη σε περίοδο ειρήνης, που επιβάλλει την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών, είναι κάθε αιφνίδια κατάσταση, η οποία απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων προς αντιμετώπιση αμυντικών αναγκών της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από κάθε μορφής απειλούμενη φυσική καταστροφή ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία».

Κι επειδή κοντεύετε να αποκοιμηθείτε πάνω στο πληκτρολόγιο απ’ την βαρεμάρα σας για τις διατάξεις και με σιχτιρίζετε που μπήκα στον κόπο να παραθέσω και νομικό έρεισμα για να επέλθει ένας κορεσμός στην τυπολατρία τους, να περάσω στο προκείμενο. Η απεργία είναι ιερή. Είναι θεμελιώδες δικαίωμα και ως τέτοιο το αντιμετωπίζω.  Απλώς, εγώ βάζω και μία ακόμη προϋπόθεση: Καμία απεργία κατά την γνώμη μου, δεν θα έπρεπε να είναι αμιγώς κλαδική, μόνο μεταξύ ομότεχνων, μεταξύ συναδέλφων. Κάθε απεργία πρέπει να αγκαλιάζεται απ’ το σύνολο των εργαζομένων, γιατί δεν υπάρχουν εξατομικευμένα συμφέροντα, τα συμφέροντα είναι αλληλεπικαλυπτόμενα και άρρηκτα συνδεδεμένα. Δεν θα έπρεπε δηλαδή να υπάρχουν πανελλαδικές απεργίες, όλες οι απεργίες οφείλουν να είναι πανελλαδικές. Και διαρκείς.

Ξέρω. »Μας πώς θα δουλέψουν τα καταστήματα;», »Πώς θα πάει ο κόσμος στις δουλειές του;». Όσοι θέτετε τέτοιου τύπου ερωτήματα,  συγχαρητήρια. Απορώ πώς δεν σας έχει αλιεύσει ακόμα κανένας δημοσιογράφος του μέγκα, απ’ τον οργισμένο τοίχο σας στο facebook. Και ειλικρινά, απορώ αν με παρακολουθείτε. Εγώ μιλάω για καθολική απεργία. Κανείς να μην πάει στην δουλειά του. Μας χωράει η πλατεία Συντάγματος το έχω τσεκάρει. Κι η Αριστοτέλους. Κι αυτό το έχω τσεκάρει. Κι η Γεωργίου. Όπα, εκεί είναι το ΚΚΕ, δεν μας χωράει, λάθος.

Ευκόλως, λοιπόν, συνάγεται απ’ τα παραπάνω, αν είστε ακόμα μαζί μου και δεν βγήκατε απ’ την σελίδα σκεπτόμενοι »Με τέτοιες ανεπρόκοπες νεοαριστεροθωλοαναρχικές, πώς να πάει μπροστά ο τόπος.», ότι εγώ στηρίζω την απεργία των δασκάλων. Και προσέξτε, δεν στηρίζω μόνο αυτήν, είπαμε, το δικαίωμα στην απεργία είναι αναφαίρετο. Όλοι εκείνοι που λοιδορούν τους εκπαιδευτικούς από τα παράθυρα και τον τύπο και διαρρηγνύουν τα Μπούλγκαρι ιμάτιά τους για την ελληνική παιδεία, μου προκαλούν περισσότερη αναγούλα κι από εκείνη που νιώθω κάθε φορά που ακούω τον Πρετεντέρη να προφέρει την λέξη »δημοκρατία». Που στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία πριν ακόμη εκείνα καταλάβουν την διαφορά δημόσιου-ιδιωτικού.  Που έχουν διασφαλίσει το μέλλον τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Που έχουν διασφαλίσει την καριέρα τους σε θέσεις του εσωτερικού.

Ακόμα κι αν δεν είναι κανείς a priori με το μέρος των εκπαιδευτικών, όταν ακούει τα καθεστωτικά μέσα να χλευάζουν τους δασκάλους, δεν προβληματίζεται μια σταλίτσα, λίγο, τόσο δα;  Όποιος κάνει ότι δεν ξέρει ή ότι δεν αναγνωρίζει τα δίκαια αιτήματα των εκπαιδευτικών, αυτός είναι εναντίον της παιδείας. Ή μήπως ξεχνάμε ότι τα παιδιά πήραν σε φωτοτυπίες τα βιβλία τους; Ή ότι πολλά σχολεία δεν είχαν θέρμανση; Ή ότι υπήρξαν και υπάρχουν παιδιά που λόγω υποσιτισμού, λιποθυμούν. Δεν υπάρχει δίπολο δάσκαλοι-μαθητές. Υπάρχει παιδεία. Υπάρχει και εκπαιδευτική διαδικασία. Και δεν νοείται καμία απ’ τις δύο με υποσιτιζόμενα παιδιά, εντός παγωμένων ή ασφυκτικά ζεστών τάξεων να διδάσκονται από εκπαιδευτικούς που βρίσκονται στο όριο των οικονομικών και ψυχολογικών αντοχών τους.

Διατυπώνεται και το επιχείρημα ότι στο ίδιο ψυχολογικό αδιέξοδο οδηγούνται και οι μαθητές που δίνουν πανελλαδικές [και φυσικά οι οικογένειες αφού »δίνουμε εξετάσεις», »περάσαμε», αλλά »δεν πέτυχε κάπου», »θα ξαναδώσει»]. Εντάξει, δεν είμαι τόσο φρόκαλο, μόνο 3 χρόνια πέρασαν απ’ την 1η φορά που έδωσα πανελλαδικές [να θυμηθώ να βάλω την κρέμα μου, αλήτες]. Κι αν ερχόταν ο δάσκαλός μου να μου πει »Νταζαππαράτ, δεν βγαίνω, δεν πάει άλλο, ξέρω ότι δίνεις κι είναι δύσκολο για σένα, αλλά πρέπει να με καταλάβεις, θα απεργήσω», τί θα γυρνούσα να του πω εγώ; »Δημοσιοϋπαλληλίσκε της πλάκας, άντε τράβα να κάνεις κανα ιδιαίτερο»; Θα ήμουν η πιο ξεδιάντροπη μαθήτρια της δευτεροβάθμιας από καταβολής κρυφού σχολειού. Θα ήμουν προφανώς και αμόρφωτη, γιατί δεν θα είχα αντιληφθεί στα 12 χρόνια που ήξερα να διαβάζω, ότι η μετακένωση γνώσεων, η αλληλεγγύη και η κατανόηση είναι τα τελευταία οχυρά των ανθρώπων απέναντι στην απανθρωπιά.

Μαζί του θα ήμουνα. Το έχω ξαναπεί. Δεν είναι το δίκιο σου και το δίκιο μου. Είναι το δίκιο μας. Ομοούσιο και αδιαίρετο [τα λέω μπας και αποκομίσω και κανα χριστιανό αναγνώστη και τον κάνω άθρησκο]. Είναι το δίκιο μας απέναντι στην αυθαιρεσία τους. Είναι οι αγώνες μας απέναντι στην καταστολή τους. Είμαστε εμείς απέναντι σ’ αυτούς. Κι αυτό είναι το μόνο δίπολο. Είναι στρατηγικό λάθος να στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου, είναι προδοσία απέναντι στο δίκιο και την κοινωνία η ομάδα εθελοντικής επιτήρησης που ξεκίνησε στο facebook ο Προκοπάκης, όχι επειδή προσπαθούν να υποκαταστήσουν τους θεσμούς, αλλά επειδή τορπιλίζουν έναν κοινωνικό αγώνα.

Χαρακτηριστικός είναι, ακόμη, ο τρόπος που αντιμετωπίζεται το ζήτημα της απεργίας -μόνο εν σχέσει με τις Πανελλαδικές. Την ολίγιστη, από πλευράς χρησιμότητας, διαδικασία που σχετίζεται με το σχολείο. Οι Πανελλαδικές  προβάλλονται ως το αποκορύφωμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπου αποτιμάται η γνώση και η ικανότητα ορθής παράθεσής της σ΄ένα τετράδιο. Μα πριν καν φτάσουμε εκεί, βλέπουμε ότι πολλοί μαθητές αποδοκιμάζουν την απόφαση των καθηγητών τους κι εγώ ξέρω τι φοιτητές θα δω το φθινόπωρο στο Πανεπιστήμιο: Αυτούς που αποδοκιμάζουν τις συνελεύσεις και τις όποιες συλλογικές διαδικασίες γιατί »έχουν μάθημα» ή »πιο σοβαρά πράγματα» να κάνουν.

Κι εκεί είναι που αρχίζεις μέσα σου να μετράς. Η ικανότητά μας να μεταδίδουμε αξίες ο ένας στον άλλον, μετριέται στην απαξίωση του ενός απέναντι στον αγώνα του άλλου. Η παιδεία που δίνουμε ο ένας στον άλλο μετριέται στο πόσο την υπάγουμε σε εμπορευματικές διαδικασίες και εκβιαστικά, χρονικά περιθώρια. Η αντίληψη που έχουμε για την ζωή, μετριέται στο αν για μας αυτή κρίνεται στις Πανελλαδικές [δεν, μπάι δε γουέι].

Μονάδα μέτρησης της αλλοτρίωσης που έχουμε υποστεί, θα είναι ο αριθμός των εθελοντών επιτηρητών που μαζεύτηκαν. Μονάδα μέτρησης της αποτυχίας μας ως κοινωνίας, θα είναι οι αυτοκτονίες που ετοιμάζονται. Μονάδα μέτρησης του διαρκώς μειούμενου διανοητικού μας επιπέδου, είναι οι Δημουλάδες που θα διαβαστούν στο μέλλον. Μονάδα μέτρησης του διαρκώς μειούμενου πολιτικού μας επιπέδου, είναι οι υπερασπιστές των Δημουλάδων του μέλλοντος. Όμως η μονάδα μέτρησης του δίκιου δεν αλλάζει, ούτε το μέτρο του μειώνεται αν ντυθεί με χακί. Γιγαντώνεται.

Κι αυτές τις μονάδες μέτρησης, μου τις έμαθε ένας φυσικός που είχα στο γυμνάσιο, έτσι προς αποκατάσταση των φορτίων και των δυνάμεων που μπορεί να δεχτεί ένα παιδί στο σχολείο.

Ήταν το νταζαππαράτ σας.  Τσίου.

*Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο με αγάπη προς όλους τους δασκάλους που με είχαν στην τάξη τους και όλους τους υπόλοιπους, που γλίτωσαν απ’ το φρικτό pain in the ass που συνιστούσε η παρουσία μου.
*Και στην καλή μου κυρία Μ. που ξέρω ότι με διαβάζει και μου έμαθε τον IRA.
*Αν κάποιος άλλος απ’ τους παλιούς μου δασκάλους, τυγχάνει να διαβάζει αυτό το κείμενο μόνο αυτό έχω να του πω:
Μην τυχόν και σταματήσεις να απεργείς, δάσκαλε, δεν πρέπει να καμφθείς. Ξέρω ακόμη που μένεις.🙂

Η Κική Δημουλά, που δεν έμαθε ποτέ την αξία του πληθυντικού αριθμού.

Aside

Ο συντελεσμένος χρόνος μεταξύ γεγονότων και ψύχραιμης θεώρησής τους σήμερα, μοιάζει να μειώνεται κατά τρόπο αβάσταχτο. Αλλά συχνά, το να [αυτο]καλείσαι να πάρεις θέση χωρίς να μεσολαβεί ο προστατευτικός αυτός συντελεσμένος χρόνος, ίδιον της σύνεσης και της λογικής, θα έλεγαν κάποιοι, σε οδηγεί στο να τοποθετείς τα πράγματα στην θέση που αυτό το χρονικό πλαίσιο προστάζει.

Η Κική Δημουλά φέρεται να δήλωσε [και εγώ τουλάχιστον δεν φέρω καμιά αμφιβολία ότι στην ουσιά του λόγου της το έκανε] τα εξής: »Δεν αντέχω τους μετανάστες στην Κυψέλη, πιάνουν όλα τα παγκάκια!» [Προσθήκη: Η αναπαραγωγή των όσων είπε φαίνεται πως δεν μεταφέρθηκε σωστά, αλλά το πνεύμα κατ’ εμέ είναι ίδιο, όπως εξηγώ και παρακάτω και στα σχόλια. Αυτή φέρεται να είναι η πραγματική δήλωση που στο πλαίσιο του κειμένου, δεν απέχει και πολύ απ’ την αρχική δήλωση που της απέδωσαν: «Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος». ].
Κι αυτό, σε πρωτοφανή απόκλιση από τα ειωθότα της, ρυμουλκυμένη απ’ το ακριβοθώρητο γραφείο της σε γειτονιά της Κυψέλης, παρέα με τα ξεράσματα της »αστικής ανασύνταξης», τους ξενερίστας.

Κανένας συντελεσμένος χρόνος και καμία ψύχραιμη αποτίμηση δεν μπορούν να παραγνωρίσουν την ξενοφοβική και καταφανώς ρατσιστική χροιά που διαπνέει τα λόγια της. Γνώριζα της καταβολές της Δημουλά, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι πλέον απροκάλυπτα, σχεδόν ασύδοτα, θα υπέθαλπε την ρατσιστική ρητορική, εκείνη, που έπλεκε τον πόνο, τον δικό της τον πόνο με κομψότητα και ταίριαζε τις λέξεις με την αλληλένδετη εγγύτητα του άλγους και της έλλειψης.

Αποδεικνύεται ότι η διανόηση δεν συνεπάγεται κατ’ ουδένα τρόπο και την αλληλεγγύη, που μόνο ένας πεπαιδευμένος -όχι μορφωμένος- νους μπορεί να επιδείξει, ότι οι εμετικότεροι και οι ολίγιστοι όσων βρίσκονται ανάμεσά μας, χρησιμοποιούν αναίσχυντα και συνωμοτικά την ασφάλεια και την ασυλία που τους παρέχει η Ακαδημία, απολαμβάνοντας το γλέιψιμο και την αβρότητα σύσσωμου του συστήματος. Θυμάμαι, à propos, κάτι ανεκδιήγητες συζητήσεις του Ράμφου με τους »εναλλακτικούς» Αναγνωστάκη και Χασαπόπουλο κάποια πρωινά του σαββατοκύριακου. Μια απυρόβλητη ελίτ που μπορεί να εκφέρει απόψεις που εμπίπτουν όχι στον λεγόμενο »πνευματικό κόσμο», αλλά στον »πνευματικό κώλο» και παράλληλα να κουνάει πατερναλιστικά το δάχτυλο προς όσους τολμούν να ασκήσουν κριτική στην ουράνια πνευματικότητά της, η οποία όμως δανείζεται τις απόψεις των ερπετών του ναζισμού και του εντόπιου ληστρικού καθεστώτος κι όταν δεν κάνει αυτό, με τον μετριοπαθή, πολιτικώς ορθό λόγο της, εκτρέφει το μίσος προς το αλλότριο, αντί να το τσακίζει στην ρίζα του.

Η Κική Δημουλά είναι μια γυναίκα με εκτεταμένο διανοητικό διαμέτρημα κι όσοι έσπευσαν να την προστατεύσουν και να απορροφήσουν τις αιτιάσεις που της αποδίδονται, καθόλου δεν την τιμούν. Οφείλουμε όμως να δούμε την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι ενώ η Δημουλά είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα που ξέρει πολύ καλά τι της γίνεται, παρ’ όλα αυτά τάσσεται με τον ενικό του εαυτούλη της. Και τον δικό της φόβο. Τον φόβο του ξένου. Θα έπρεπε λοιπόν την ίδια στιγμή να απωλέσει και τον χαρακτηρισμό της ως »πνευματικού ανθρώπου» από τους τελευταίους τουλάχιστον σκεπτόμενους υποστηρικτές της.

Διότι είναι φανερό, κι αν για κάποιους δεν είναι, θα πρέπει να ανατρέξουν στην τελευταία ενασχόλησή τους με τον Διαφωτισμό και τον ορθό λόγο, ότι δεν μπορεί κάποιος που κυκλοφορεί με τον χαρακτηρισμό του πνευματικού ανθρώπου με την προκλητική ακαλαισθησία μεγέθους διαφημιστικής πινακίδας, μάλιστα, να ασπάζεται την καχυποψία και τον φόβο προς άλλον άνθρωπο, βάζοντας την δική του, ευτελή θεώρηση του κόσμου πάνω απ’ την συλλογική. Η Κική Δημουλά δεν καταδέχτηκε ποτέ περιπλέξει τις λέξεις για να απαλύνει τον πόνο κανενός άλλου, πέραν του δικού της, δεν εννόησε πως η ποίηση ραίνεται με τα δάκρυα ενός πόνου βαθύτερου που υπερκαλύπτει τον δικό της, εκείνον ενός ξεριζωμού, εκείνον του να ενυπάρχεις στον κόσμο χωρίς να ζεις, αντιμετωπιζόμενος ως ένα πλάσμα μηδαμινής σημασίας. Κι αν ήθελε να μαθητεύσει σ΄αυτήν την ποίηση, θα κατέβαινε μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, μερικά λεπτά θα της έπαιρνε για να σφιχτεί η καρδιά της.

Δεδομένου, επίσης, ότι επισκέπτεται σχολεία, κείμενά της βρίσκονται στο βιβλίο της λογοτεχνίας και βρίσκονται ακόμη και στα εξεταστέα των Πανελλαδικών εξετάσεων, όχι χάριν πολιτικής ορθότητας, αλλά από στοιχειώδη σεβασμό στους μαθητές και την εκπαιδευτική διαδικασία, θα έπρεπε να τιμά την θέση της και να βάλει στην άκρη τους όποιους φόβους της, την όποια μισαλλοδοξία της. Παρεμπιπτόντως, σκατά στο υπουργείο παιδείας, καλά τα κατάφεραν πάλι.

Κρίμα. Υπήρξα, όχι ένθερμη, αλλά τουλάχιστον ουδέτερη αναγνώστριά της. Κι ως ένα  έφηβο κορίτσι που αναζητούσε λεκτικά σχήματα να στεγάσει την ιδεολογική και συναισθηματική της δυστοκία και ορφάνια, είχα διαβάσει πριν κάποια χρόνια και μ’ είχε τσιμπήσει κάπως ο »Πληθυντικός Αριθμός» της.

Σκόπιμα διαλέγω να παραθέσω μόνο ένα κομμάτι:

[…]
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
[…]

Επί αυτού, μερικές μόνο σκέψεις για την αξία του πληθυντικού αριθμού. Στον ενικό αριθμό βρίσκονται το »εγώ», το »εσύ». Στον πληθυντικό αριθμό το »εμείς». Εγώ, ούσα μία, επιλέγω τον πληθυντικό αριθμό και το »εμείς». Κατά συνέπεια και τους φόβους. Τους φόβους από εδώ και πέρα. Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να νικηθούν οι φόβοι αν δεν αναμετρηθούν με το »εμείς».

Θυμάμαι, κάποτε, διατυπωνόταν πολύ συχνά το ερώτημα »Πού είναι επιτέλους οι πνευματικοί άνθρωποι; Γιατί δεν μιλούν;». Απέναντι σ’ αυτό έχω να πω μόνον ότι, αν είναι κάθε φορά που εκφέρουν γνώμη οι πνευματικοί άνθρωποι να απεκδύονται όχι το πνεύμα, αλλά την ανθρωπιά τους, καλύτερα θα είναι να σιωπήσουν.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.

Διευκρίνηση: Την ώρα που γράφονταν οι παραπάνω γραμμές δεν είχε δημοσιοποιηθεί η απομαγνητοφώνηση των όσων δήλωσε η Κ. Δημουλά. Παρ’ όλα αυτά, όπως εξηγώ και στα σχόλια αυτής της δημοσίευσης, δεν θα άλλαζα λέξη απ’ την θέση μου ότι τα λεγόμενά της φέρουν ξεκάθαρα το στοιχείο του ρατσισμού.

Το δίκιο μας, το δικό μας το δίκιο.

Aside

Καιρό είχαμε ν’ ανταμώσουμε. Ήταν μια σειρά από ατυχή γεγονότα, ή όχι και τόσο ατυχή, μιας και όταν είναι πολλή η ατυχία γίνεται πια στατιστική, που με κράτησαν μακριά απ’ την φυσική μου κατάσταση, αυτήν την κατάσταση που με θέλει ξανά πάνω απ’ το φλεγόμενο λάπτοπ. Να γράφω.

Αλλά κι έπειτα, είναι δύσκολος ο γραπτός λόγος. Πολύς. Και σε πονά. Πρέπει να έχεις κάτι να πεις και την δυνατότητα να το πεις. Το χείριστο είναι να έχεις πράγματα και να μην μπορείς να τα πεις. Γιατί κάτι σε κρατάει πίσω απ’ την ούτως ή άλλως καλπάζουσα ροή των γεγονότων. Πίσω και πέρα απ’ την ζωή, σ’ ένα αιωρούμενο δωμάτιο να παλεύεις με την σκόνη και τις αράχνες. Και να μην μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι είναι η δική σου ζωή εκεί κάτω, οι δικές μας οι ζωές.

Την προπερασμένη Πέμπτη, που δεν ήταν βέβαια απ’ τις μεγάλες, όπως ήταν η περασμένη, πηγαίνοντας στο Πανεπιστήμιο, έπεσα πάνω σε δεκάδες μπάτσους. Πάνοπλους, βλοσυρούς, αιμοσταγείς. Είχαν έρθει, κατόπιν εντολής του πρύτανη, για να εκκενώσουν τον καταυλισμό των Ρομά, που βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα μακριά απ’ το Πανεπιστήμιο. Επικαλούμενος μερικές καταγγελίες για κλοπές, εκμεταλλευόμενος το νεφελώδες ιδιοκτησιακό καθεστώς της γης που καταλαμβάνουν για να στεγάσουν τις παράγκες τους, έδωσε σήμα για να τους ξεσπιτώσει.

Πόσος ευφημισμός, »να τους ξεσπιτώσει». Δεν μιλάμε καν για κανονικά σπίτια, δεν μιλάμε για στέγες πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Μιλάμε για παράγκες που ακουμπούν στην λάσπη και για συνθήκες υγιεινής που βρίσκονται κάτω απ’ την γη. Φωνάξαμε, καυγαδίσαμε, εξαντλήσαμε την οργή μας σε συνθηματολογίες. Κι όταν ήρθε η ώρα να κοιτάξω κατάματα αυτά τα παιδιά, απλώς δεν μπορούσα. Πώς να κοιτάξεις ένα παιδί που χειμώνα-καλοκαίρι φοράει τα ίδια φωσφοριζέ ρούχα, τα ίδια ξώφτερνα παπούτσια και αρθρώνει με τσιριχτή φωνή »θα δείτε εσείς» οπλισμένο με κακία για εκείνους που το έβγαλαν 6 το πρωί απ’ το υποτυπώδες καλύβι του; Πώς να μπεις στην θέση του; Πώς να βγεις απ’ την συνήθεια;

Κι έπειτα πώς να κατανοήσεις, όταν για τους ίδιους, η κατοίκηση είναι τόσο ασταθής, τόσο αλλοτριωμένη σαν έννοια, που λίγη ώρα μετά θα χορεύουν με την δική τους μουσική μπροστά απ’ την πρυτανεία σαν να μην έγινε τίποτα στην ζωή, την δική τους την ζωή.

Και πώς να βρεις το δίκιο, όταν λίγη ώρα μετά, το δικό τους το δίκιο έχει ξεχαστεί και μόνο κανα δυο γέροντες έχουν πάρει πρέφα την σοβαρότητα της κατάστασης, στεκόμενοι παράμερα και ατενίζοντας με άδειο βλέμμα τους χορούς των νεότερων.

Ο πρύτανης, κλειδαμπαρωμένος στο γραφείο του, επιδεικνύοντας την άφθονη δειλία του να αντιμετωπίσει τους φοιτητές του, μας  άφησε μαινόμενους στον κάτω όροφο, να συνομιλούμε με απολογητές του σταλινισμού -το ΚΚΕ εκεί που το’ χες τελειωμένο, βλέπεις ότι καλά κρατεί-, νεοφιλελέδες του υπονόμου, με ιδεολογία της γλίτσας, της έννομης τάξης και της εμετικής αποδοτικότητας και να παρακολουθούμε μερικούς νεαρούς απ’ τον αναρχικό χώρο που έβριζαν τον αντιπρύτανη, σε ένα ομολογουμένως κωμικό, λόγω της απάθειας του πανεπιστημιακού, επεισόδιο.

Συνομίλησα με εργαζόμενους στην πρυτανεία, όπου παραδέχτηκαν ότι ήταν άδικο αυτό που έγινε. Εντούτοις, δήλωναν με αφοπλιστική βεβαιότητα ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για καμία απ’ τις αδικίες που διαπράττονται γύρω τους. Κατά ένα σατανικό τρόπο είναι τόσο πολλοί αυτοί που δηλώνουν ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Τόσοι πολλοί,  που αν έκαναν το ολίγιστο που θα μπορούσαν, το σχεδόν τίποτα, αθροιστικά και μόνο, κάτι θα γινόταν.

Κι ήταν τόσα πολλά αυτά που γίνονταν ενόσω εμείς δεν κάναμε τίποτα.

Κι ήταν κι η Μανωλάδα. Και ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι εκεί συντελείται μια απύθμενης βαρβαρότητας εκμετάλλευση, παραγνωρίζοντας το εγκαθιδρυμένο καθεστώς μαφίας που δρα με την επικουρία των μπάτσων και έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά κράτους εν κράτει. Και οι φράουλες βάφτηκαν κόκκινες. Κι οι ψυχές μας, μαύρες. Πήγαμε να μποϋκοτάρουμε τις φράουλες, η τιμή τους έπεσε, τα σούπερ μάρκετ έσπευσαν να δηλώσουν ότι δεν συνεργάζονται με τους εκεί παραγωγούς αλλά όλως τυχαίως σε αρκετά απ’ αυτά, δεν έβρισκες ονομασία προέλευσης στις προς πώληση φράουλες.

Κι ήταν η Ιερισσός. Τελεία.

Κι ήταν τα συσσίτια. Τους ακούς να αρθρώνουν έναν λόγο ασύντακτο, βάρβαρο, που ξεχειλίζει από ανορθογραφίες και υπογραμμίζεται από μίσος. Το καπς λοκ μονίμως ανοικτό και το ύφος μονίμως χυδαίο. Μας λένε για το τι θα κάνουν όταν έρθουν στα πράγματα. Εκεί είναι που η λογική τελματώνεται, αφού έχουν ήδη έρθει στα πράγματα.

Είναι καμιά φορά περίεργο, πόσο εύκολα η σοβαρότητα των δικών σου μικρών προβλημάτων μετατρέπεται σε ασημαντότητα, όταν το δίκιο σου, το δικό σου το δίκιο, καταλύεται. Και πόσο δεν μετατρέπεται σε ασημαντότητα, όταν το δίκιο του άλλου καταλύεται. Είναι μάλλον, που δεν μας έμαθε κανείς ότι όταν η ζωή σου, η δική σου ζωή διαλύεται κάποιες άλλες θα επηρεαστούν. Έτσι, όταν διαλύονται εκατομμυρίων ανθρώπων οι ζωές, κλιμακωτά, διαλύονται οι ζωές όλων. Κι είναι που εκείνο το »δεν με νοιάζει τι κάνουν τα άλλα παιδιά» [και η ανούσια αντιδιαστολή του με το »δες τι κάνει εκείνος, εσύ γιατί όχι;»] αναγορεύτηκε σε καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ηθικής τάξης.

Ανήθικο είναι να περπατάνε τα παιδιά των Ρομά [και των οποιωνδήποτε] ξυπόλητα στην καυτή άσφαλτο. Να μην πηγαίνουν σχολείο. Να ξεσπιτώνονται βιαίως απ’ την αστυνομία εξαιτίας της εντολής ενός μορφωμένου και αξιοσέβαστου ανθρώπου [σκατά στα μούτρα του λέω εγώ, -τόση ανανδρία πια;- αλλά τέλος πάντων]. Ανήθικο είναι να αυτοκτονούν άνθρωποι. Ανήθικο είναι να κοιμάσαι στον δρόμο. Ανήθικο δεν είναι να μην μπορείς να κάνεις κάτι -τουλάχιστον αμέσως- για όλα αυτά.

Ανήθικο, όμως, είναι να κάνεις ότι δεν τα βλέπεις.
Το δικό σου το δίκιο είναι και δικό μου δίκιο. Είναι το δικό μας το δίκιο.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.

*Και κάτι μικροπράγματα για το τέλος:
Αφού ηρέμησε η κατάσταση με τους Ρομά στην Πρυτανεία, έσπευσα να ενημερώσω τους συμφοιτητές μου και να αναρτήσω το συμβάν στα σόσιαλ φίδια. Ομολογώ ότι οι ξένοι, αυτοί που δεν βρίσκονταν σε απόσταση ενοχλητικά μικρή απ΄τα γεγονότα, νοιάστηκαν περισσότερο.

Η απίθανη περίπτωση του να χάσεις έναν χτύπο.

Aside

Κι είναι που μαζεύονται πολλά. Και που εσύ είσαι από εκείνους που ήθελαν πάντα να τα έχουν όλα υπό έλεγχο. Ευεπίφορος στην ενδελεχή ενασχόληση με τα πάντα, ή αλλιώς, στην μετάφραση της παρ΄ολίγον ποιητικής μας ζωής, δοσμένος στο τίποτα. Κι είναι που γύρω σου όλα τρέχουν και η ύλη γίνεται ενέργεια πριν φτάσει την ταχύτητα του φωτός, πριν το ψυχωτικό σου ραντάρ ανιχνεύσει την αλλαγή.

Κι είναι που εκπαίδευσες την καρδιά σου να χτυπάει αργά στα δύσκολα, να μην χάνει χτύπους. Και καθώς εκείνη δεν χάνει χτύπους, ούσα παραγωγικώς καμωμένη, εσύ χάνεις την μπάλα. Κι όταν γυρνάς τα βράδια στο σπίτι, έχοντας πιει επαρκώς ώστε να υπερισχύουν οι αλκοόλες κι όχι η αιμοσφαιρίνη στο αίμα, ψάχνεις μια διαπλάτυνση στον δρόμο για να κλαψουρίσεις με την δέουσα αξιοπρέπεια, βρε αδερφέ, πριν γίνεις ξεφτίλα.

Κι εκεί που αναπαράγεις στην μνήμη σου τον πιο ταπεινωτικό χαιρετισμό που θα μπορούσες να προσφέρεις στο κοσμικό σου ταίρι, μήπως και συγκινιθείς, δεν.

Δεν, ρε παιδί μου, δεν. Η καρδιά δεν μπορεί να χάσει χτύπους. Κι εσύ μένεις στην διαπλάτυνση του δρόμου, με το συναισθηματικό σου διαμέτρημα σε διαρκή μείωση, ώστε να καταφέρει να χωρέσει κάποτε σε μια αμπούλα μαύρης, σινικής μελάνης. Ή να καθίσει ήσυχα και εκταθεί ομοιόμορφα στο κουταλάκι του γλυκού. Του γλυκού, ναι, για να ξεγελάσεις την ξινίλα των όμορων στοιχείων σου. Ή την δική σου πικρία.

Καμία ομοτράπεζη, εξευγενισμένη συζήτηση για τον έρωτα και κανένας σχεδιασμός εκπεφρασμένος στο πλαίσιο μιας διονυσιακής ευδαιμονίας δεν μπορεί να εξαργυρώσει το τίμημα που πληρώνουμε, καθώς αποφασίζουμε να εκχωρήσουμε τα νιάτα μας στην σχετική μετριότητα. Καμία σαρκική ανάγκη δεν μπορεί να υπαχθεί σε διανοουμενίστικες διαλεκτικές, όσο κι αν προσπαθήσαμε, όσο κι αν το νταζαππαράτ σας, βρε, κοντεύει να προεδρεύσει σε σχετικό σύλλογο, καμία επιθυμία μας δεν υπερέβη αυτά που με αξιέπαινη ευφράδεια χλευάσαμε.

Κι αν θέλαμε να πούμε κι εμείς ένα ψέμα την Πρωταπριλιά, θα ήταν ότι είμαστε ευτυχισμένοι.* Που αν μπορούσαμε να γίνουμε κείμενο, θα ήμασταν τουήτ που προσπαθεί να σπάσει το φράγμα των 140 χαρακτήρων. Που αν είχαμε κι εμείς μια χιψτέρικη λόμο, θα τραβούσαμε την ζωή από δω και κάτω. Που αν μπορούσαμε να ξαναζήσουμε μια διαδρομή, θα διαλέγαμε και καλά το Σύνταγμα-Μοναστηράκι με τα πόδια αλλά πάντα μέσα μας θα ήμασταν εκείνο το »πάνω κάτω η Πατησίων».

Είναι όμως που τα εισιτήρια στις τσέπες μας αποτελούν τα τεκμήρια της ύπαρξής μας κάτω απ’ τα σύρματα. Είναι που δεν υπάρχουν διαπλατύνσεις στους δρόμους, κατελήφθησαν από μπάτσους που πίνουνε καφέ απ’ τα έβερεστ. Είναι κι εκείνο το Σύνταγμα-Μοναστηράκι που ξέρεις ότι θα το κάνεις με μετρό.

Είναι κι αυτή η γαμημένη η μεταμοντέρνα κατάσταση που μας θέλει μόνους.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.

*Αλήθεια, εσείς ποια αλήθεια πνίξατε κάτω από ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα;

Η ειδοποιός διαφορά είναι ένας κώλος παραπέρα.

Aside

IMG_20130331_173601-1

Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις, όπου τα Σάββατα, οι ενέσιμες εκλάμψεις ζωής και παρά φύσιν φαιδρότητας, ξεκινούν σαν κακοφορμισμένες Κυριακές. Ξυπνάς μεσημέρι, στον καναπέ σου, πιασμένος με τρόπο που υπονοεί ότι το προηγούμενο βράδυ έσκαβες στην λάσπη για να θάψεις τις μαυρίλες σου γεμίζοντας παράλληλα τα κενά με βότκα. Το κεφάλι σου είναι βαρύ, παρά το γεγονός ότι βρίσκεσαι σε αποχή απ’ το αλκοόλ [ως αποχή νοείται το διήμερο που εκ περιτροπής σταματάς να πίνεις για να επιστρέψεις δριμύτερος λίγο αργότερα].

Ωστόσο, κι εδώ έγκειται η διαφορά με τις Κυριακές, έχεις περιθώριο να διορθώσεις αυτήν την φαινομενικώς ανυπέρβλητη σαπίλα. Η ραθυμία είναι μια κατάσταση που ανατρέπεται μόνο αν ο κώλος σου μετατοπιστεί απ’ το καναπέ. Και πάει λίγο παραπέρα. Αυτό το »λίγο παραπέρα» μου έδωσε αυτό το Σάββατο την πιο ψυχοθεραπευτική ώρα της εβδομάδας.

Παραλείπω τους λόγους που με οδήγησαν σε κάτι προάστια της πόλης που θα μπορούσαν κάλλιστα λόγω ρυμοτομίας και διάταξης να υπάγονται στην Πρίστινα και περνώ στο προκείμενο. Προσπαθώντας να διασκεδάσω την μελαγχολία μου, εκείνη που εγκαθίσταται μέσα μου και φτιάχνει μια αδιαπέραστη κρούστα από στερεοποιημένη βιτριόλι, καθιστώντας με δηλητηριώδη και μοναχική, βρέθηκα να περπατώ έξω απ’ το πάρκο ενός ορφανοτροφείου που βρίσκεται σχεδόν δίπλα στο σπίτι μου. Ενάμιση χρόνο στην πόλη, δεν είχα πάει ποτέ εκεί, παρά το γεγονός ότι είναι ανοιχτό στον κόσμο και κάθε μήνα γίνεται εκεί η συνέλευση των κατοίκων της περιοχής.

Μπήκα μέσα για να υποστώ την πιο ευχάριστη έκπληξη της βδομάδας· Μια ευπρόσδεκτη διαφορά θερμοκρασίας δρόσισε το μέσα μου, καθώς η μετάβαση απ’ το αστικό γκρίζο σ’ ένα θηριωδώς πυκνό πράσινο συντελέστηκε απότομα, μυστηριακά. Τα παπούτσια μου πατούσαν σε χώμα κι ένιωθα ανακουφισμένη, άλλη μια συνθήκη που ενίσχυσε την πεποίθησή μου ότι φτιάχτηκα για να ακουμπάω το βλέμμα μου πάνω στην γη, όταν δεν μπορούσα να κοιτάω άλλο το κενό.

Αρχικά, ήμουν ελαφρώς αποπροσανατολισμένη, αφού το φύλλωμα των δέντρων δεν μου έπετρεπε να δω τι γινόταν στο βάθος του πάρκου, εντούτοις ηχούσε στα αυτιά μου η αλάθητη ένδειξη του προς πού έπρεπε να κινηθώ, παιδικές φωνές, οφ κορς.

Και να εγώ, που στις καλές μου μέρες τα παιδιά με τρομάζουν, αφού σκέφτομαι ότι απ’ την μία μπορεί κάπου σ’ αυτήν την ζωή να χάσω το νόημα κι απ’ την άλλη μπορεί να μην είμαι κατάλληλη γι’ αυτήν την διαδικασία και στις κακές μου με κάνουν να σχεδόν να δακρύζω για την παιδικότητα που χάνουμε όλοι, βρίσκομαι μπροστά στα παιδιά, στα παιδιά που αρκούνται σε μια μπάλα ποδοσφαίρου κι είναι ευχαριστημένα. Στα παιδιά που κινούνται αδέξια κι ανεβαίνουν στα δέντρα χωρίς να υπόκεινται στις ενήλικες φοβίες του τίποτα. Στα παιδιά που ενώ μεταξύ τους αναπτύσσουν έναν προκλητικό κυνισμό και μια άγουρη αγένεια, θα σε αποκαλέσουν κυρία, κι ας είσαι μόλις 20 χρονών.

Κάθισα σ’ ένα παγκάκι και παρακολουθούσα μερικά αγοράκια που σίγουρα είχαν ήδη χαράξει οριζοντίως και καθέτως μέσα τους τον Μέσι και οποιαδήποτε παρέκκλιση στην πάσα επέσειε το στόλισμα του »άμπαλου» με αβρότητες. Δίπλα μου καθόταν ένας ηλικιωμένος κύριος, με το καπελάκι και το πανωφόρι του, πληρώνοντας το αιώνιο χρέος των ανθρώπων που τεκνοποιούν: Δεν αρκεί μία φορά να προσέχεις το παιδί σου, θα προσέξεις και το παιδί του παιδιού σου.

Μου άρεσε αυτή η ηλικιακή αντιδιαστολή. Παρατηρούσα τον τρόπο που έπλεκε τα δάχτυλά του, ήσυχο και κομψό, αν τα προεξέτεινες, μπορούσαν να φτάσουν τις μπλεγμένες ρίζες μιας ελιάς απέναντί του. Μετρούσα πώς χαμήλωνε το βλέμμα σκεπτόμενος κάτι και πώς αμέσως το ανασήκωνε για να ελέγχει το πολύτιμο εγγόνι του. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι κάτι ήθελε να με ρωτήσει, έτσι όπως με ζύγισε κι έπειτα χαμήλωσε πάλι το βλέμμα.

Και να πάλι εγώ, που στην προσπάθειά μου να μελετήσω τις πόλεις κάπου ξέχασα να ζω μέσα τους. Εγώ, που είχα δίπλα μου έναν τόπο να πάω με τις ακουαρέλες και τα πινέλα μου και ν’ ανασάνω. Εγώ, που ήθελα να λέω ότι κατείχα τις αστικές λεπτομέρειες της πόλης. Εγώ, που πήγαινα και σκαρφάλωνα σε σαπισμένες σκάλες εγκαταλελειμμένων εργοστασίων. Εγώ, που είχε περάσει από μέσα μου όλη η θλίψη των ακαλύπτων και των ανελκυστήρων των πολυκατοικιών, που δεν είχα κάποιον να μοιραστώ μαζί του βιαστικές μελέτες με σκίτσο, ήμουν εκεί, στο πάρκο του παλιού νεοκλασικού ορφανοτροφείου και ένιωθα καλά.

Ασυναίσθητα έψαξα στην τσάντα για το σημειωματάριο και τα μολύβια μου, ξεκινώντας να σκιτσάρω, για πρώτη φορά μετά από καιρό μέσα στην πόλη, κορμούς δέντρων και φυλλωσιές. Βιαστικά, χωρίς να βλέπω πολύ τι σχεδιάζω, συγκεντρωμένη περισσότερο στο ότι ένιωθα το βάρος στο στήθος μου να φεύγει προς την γη και τις μαυρίλες να σηκώνονται προς τον απογευματινό ουρανό. Λίγο πριν αποφασίσω ότι το φως δεν μου ήταν πλέον αρκετό, σηκώθηκα και περιπλανήθηκα λίγο προς το υπόλοιπο πάρκο, όπου το παιχνίδι συνεχιζόταν κι ο γονείς έπιναν τον καφέ τους.

Σ΄ένα άδειο δρομάκι συναντήθηκα με μια ολόλευκη γάτα, που μάλλον αισθάνθηκε τον καημό μου και κατά παραβίαση της συνθήκης που πίστευα ότι ίσχυε, ήρθε εκείνη σε μένα. Κάθισε δίπλα μου κι εγώ, κάνοντας μια προβολή στο μέλλον, είδα τον εαυτό μου σ’ ένα υπόγειο, σκοτεινό εργαστήριο, να σχεδιάζω ουτοπικές προτάσεις και να πίνω μαρτίνι με χάπια. Παρέα με γάτες. Αυτή την πρόβλεψη έκανε για μένα ένας αγαπημένος μου δάσκαλος στην σχολή, ένα από εκείνα τα κλαμένα παιδιά του 90 που το έσωσε η Γώγου απ’ την χαρμάνα, βγάζοντάς τον από κατειλημμένη σχολή στο κέντρο.

Τις βλοσυρές εικόνες απ’ το μέλλον διέκοψαν δύο κορασίδες, το πολύ 8 χρονών που νόμισαν ότι η γάτα ήταν δικιά μου. Τότε ήταν που η μία εξ΄αυτών με αποκάλεσε »κυρία», καίγοντας το φρέσκο δέρμα μου, το προσεγμένα αδοκίμαστο ακόμη απ΄την φθορά του χρόνου. Με πληροφόρησαν ακόμη ότι αυτές ήταν μάλλον οι γάτες που φρόντιζαν οι κάτοικοι της περιοχής, οι ίδιοι που πραγματοποιούν την γενική συνέλευση της γειτονιάς στο ίδιο μέρος.

Άφησα τα κοριτσάκια με το γατί, αφού έβλεπα ότι ο κύκλος αυτής της επίσκεψης είχε πλέον κλείσει και αναζήτησα την λιγότερο βρωμερή απ’ την λάσπη διαδρομή προς την έξοδο. Περπάτησα το ένα λεπτό που με χώριζε απ’ το κατώφλι του σπιτιού μου, αλλά φτάνοντας εκεί έκανα μια διαπίστωση καθώς αντίκρισα στο τζάμι της εισόδου τα μούτρα μου. Χαμογελούσα.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί γράφω ειδικώς γι’ αυτήν την μέρα. Λοιπόν, αποφάσισα να επιστρέψω στο πάρκο, μαζί με το βιβλίο μου, τα χρώματά μου, την διάθεσή μου. Και αποφάσισα να το πω και στους φίλους μου. Ναι, εκείνους που με αγνόησαν και για καλή μου τύχη με έστειλαν εκεί. Το κυριότερο, αποφάσισα να διευρύνω μέσα μου τις διαδικασίες συλλογικότητας. Πέραν του ότι το μεθεπόμενο σαββατοκύριακο θα φιλοξενήσω για πρώτη φορά ταξιδιώτες μέσω του couchsurfing [άνθρωποι του κόσμου, ενωθείτε και μάθετε γι’ αυτό, είναι καλό], πέραν του ότι συμμετέχω στα μαθήματα αυτομόρφωσης που οργανώνονται από αυτόνομα σχήματα σε τμήματα του Πανεπιστημίου, πέραν του φεστιβάλ των πολιτιστικών ομάδων του Πανεπιστημίου που θα συμμετάσχω, όπου αποδεικνύουμε ότι ο πολιτισμός αναπτύσσεται εκτός εμπορευματικών συναλλαγών, πέραν, πέραν, πέραν.

Ποτέ δεν είναι αρκετά αυτά που κάνεις, όσο υπάρχουν σαββατιάτικα πρωινά που δεν τα χαίρεσαι, βουτηγμένος στην μετανεωτερική κατάθλιψη που διαφεντεύει το είδος. Και δεν θα τα χαρείς ποτέ, αν δεν πάρεις το βιβλίο σου ή έστω το λάπτοπ σου, εθισμένο σκουλήκι του 21ου αιώνα, για να απλώσεις τα πόδια σου στο χώμα και να τυφλωθείς λίγο απ’ τον ήλιο. Και να σιχτιρίσεις που αυτά τα μικρά σκούζουν τόσο, μα τόσο πολύ. Για να μην ξεχνιόμαστε.

Ήταν το νταζαππαράτ σας. Τσίου.